Τα αρπακτικά ακάρεα αποτελούν σημαντικούς παράγοντες βιολογικής αντιμετώπισης ζωικών εχθρών, με ευρεία εφαρμογή σε διάφορες καλλιέργειες. Η κυριότερη ομάδα αρπακτικών ακάρεων είναι η οικογένεια Phytoseiidae (Mesostigmata), η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από 2700 αναγνωρισμένα είδη παγκοσμίως και παρουσιάζει ευρεία γεωγραφική κατανομή. Πρόκειται για μικροσκοπικά αραχνίδια που χαρακτηρίζονται από σύντομο βιολογικό κύκλο, ικανότητα επιτυχούς εγκατάστασης στα φυτά-ξενιστές και ευκολία στη μαζική εκτροφή, στοιχεία που τα καθιστούν ιδανικά για χρήση στο πλαίσιο του ενισχυτικού βιολογικού ελέγχου των εχθρών των καλλιεργειών.
Στην Ελλάδα διατίθενται εμπορικά επτά είδη αρπακτικών ακάρεων Phytoseiidae, συγκεκριμένα τα Amblydromalus limonicus (Garman & McGregor), Amblyseius andersoni (Chant), A. swirskii Athias-Henriot, Neoseiulus californicus (McGregor), N. cucumeris (Oudemans), Phytoseiulus persimilis Athias-Henriot καιTranseius montdorensis (Schicha). Τα είδη αυτά χρησιμοποιούνται εκτενώς σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες, όπως σολανώδη, κολοκυνθοειδή και καλλωπιστικά φυτά. Τα περισσότερα είναι γενικοί θηρευτές και αξιοποιούνται επιτυχώς για την αντιμετώπιση πολλαπλών εχθρών, συμπεριλαμβανομένων φυτοφάγων ακάρεων των οικογενειών Tetranychidae, Tarsonemidae και Eriophyidae, καθώς και θριπών και αλευρωδών. Αντίθετα, το επιλεκτικό είδος N. californicus και το εξειδικευμένο P. persimilis θεωρούνται οι καταλληλότεροι
παράγοντες βιολογικού ελέγχου των τετρανύχων (Tetranychus spp.) στις καλλιέργειες αυτές.
Η αποτελεσματικότητα των αρπακτικών ακάρεων Phytoseiidae συνδέεται άμεσα με τη βιολογία και τη συμπεριφορά τους: αναζητούν ενεργά τη λεία, ωοτοκούν σε εστίες προσβολής και, ανάλογα με το είδος, μπορούν να επιβιώνουν σε περιόδους χαμηλής διαθεσιμότητας λείας αξιοποιώντας εναλλακτικές τροφές (π.χ. γύρη, μικρά αρθρόποδα ή μελιτώδη αποχωρήματα). Με αυτόν τον τρόπο, η τροφική ευελιξία των πολυφάγων ειδών αποτελεί πλεονέκτημα σε προληπτικές εξαπολύσεις, καθώς επιτρέπει την εγκατάστασή τους πριν από την εκδήλωση έντονης προσβολής.

Στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης εχθρών (IPM), οι εφαρμογές αρπακτικών ακάρεων υλοποιούνται με: (α) προληπτικές εξαπολύσεις μικρού αριθμού και επαναλήψεις σε τακτά διαστήματα, (β) κατασταλτικές εξαπολύσεις μεγαλύτερου αριθμού ατόμων σε εστίες (hotspots) όταν ο εχθρός έχει ήδη εμφανιστεί, και (γ) στοχευμένη χωρικά εφαρμογή σε τμήματα της καλλιέργειας υψηλού κινδύνου. Η επιτυχία των παραπάνω στρατηγικών επηρεάζεται συχνά από την παροχή εναλλακτικών πηγών τροφής όπως γύρης με επίπαση της καλλιέργειας ή μέσω της εισαγωγής φυτών τράπεζες (banker plants), διαχειριστικές παρεμβάσεις που διευκολύνουν την εγκατάσταση των θηρευτών στην αρχή της καλλιεργητικής περιόδου.
Κρίσιμη είναι επίσης η συμβατότητα με φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις, καθώς η επιλογή εκλεκτικών δραστικών ουσιών και ο κατάλληλος χρόνος εφαρμογής μειώνουν τον κίνδυνο αρνητικών επιδράσεων στα αρπακτικά ακάρεα. Παρότι τα αρπακτικά ακάρεα Phytoseiidae έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά στο έλεγχο προσβολών σε πολλές θερμοκηπιακές καλλιέργειες, σε φυτά όπως η τομάτα συχνά αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες. Αυτό οφείλεται σε ανατομικά χαρακτηριστικά του φυτού, όπως η έντονη ανάπτυξη αδενωδών τριχών τα κολλώδη τοξικά εκκρίματα των οποίων, παρεμποδίζουν την κίνηση, την αναζήτηση λείας και, τελικά, την αποτελεσματική εγκατάσταση ορισμένων ειδών αρπακτικών ακάρεων.
Προς αυτή την κατεύθυνση, στην παρούσα ομιλία παρουσιάζονται, επιπλέον, τα κύρια αποτελέσματα του έργου NOVELMITE, το οποίο είχε ως αντικείμενο την επιλογή και αξιολόγηση αρπακτικών ακάρεων της οικογένειας Phytoseiidae ειδικά για την τομάτα. Η ομιλία εστιάζει στα κριτήρια επιλογής υποψήφιων ειδών (π.χ. ικανότητα εγκατάστασης στο φυτό-ξενιστή, αποτελεσματικότητα έναντι βασικών εχθρών- στόχων κ.ά.), καθώς και στα πρακτικά συμπεράσματα για την ένταξή τους σε σχήματα ολοκληρωμένης διαχείρισης εχθρών (IPM) στην καλλιέργεια της τομάτας.
Συμπερασματικά, τα αρπακτικά ακάρεα αποτελούν αποτελεσματική και περιβαλλοντικά φιλική λύση για τον έλεγχο τετρανύχων, θριπών και άλλων εχθρών σε καλλιέργειες υψηλής αξίας, ιδίως σε θερμοκηπιακά συστήματα. Η βέλτιστη αξιοποίησή τους προϋποθέτει τεκμηριωμένη επιλογή είδους, κατάλληλο σχήμα εξαπόλυσης, υποστηρικτικές καλλιεργητικές πρακτικές και συνεχή αξιολόγηση στο χωράφι/θερμοκήπιο.

ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ¹, ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ²,
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΟΥ³ και ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΡΟΥΦΑΣ¹
¹Εργαστήριο Γεωργικής Εντομολογίας και Ζωολογίας, Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης, Σχολή
Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Πανταζίδου 193,
68200, Ορεστιάδα
²Εργαστήριο Γεωργικής Ζωολογίας και Εντομολογίας, Τμήμα Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής,
Σχολή Επιστημών των Φυτών, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιερά Οδός 75, 11855, Αθήνα
³ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Γενική Διεύθυνση Αγροτικής Έρευνας, Ινστιτούτο Ελιάς
Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου
- Περίληψη από την εισήγηση που αναπτύχθηκε στην 9η Πανελλήνια Συνάντηση Φυτοπροστασίας στη Λάρισα 10-12 Μαρτίου 2026
Ακολουθήστε το Thessalikigi.gr στο
Facebook
, για να ενημερώνεστε άμεσα.
Ελάτε στο κανάλι μας στο
Viber
, για να ενημερώνεστε πρώτοι.
Δείτε τα τελευταία νέα μας στη
Google News
