Η ελληνική ρίγανη (Origanum vulgare ssp. hirtum) αποτελεί προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας και σημαντικό εξαγωγικό αγαθό για τον τομέα των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών. Η καλλιέργειά της επεκτείνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια λόγω προσαρμοστικότητας σε ξηροθερμικές συνθήκες και σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγής. Παράλληλα, η εμπορική αξιοποίησή της επηρεάζεται πλέον όχι μόνο από παραμέτρους απόδοσης και ποιότητας, αλλά και από την αυξανόμενη απαίτηση των αγορών για τεκμηριωμένη ασφάλεια τροφίμων. Στο πλαίσιο αυτό, οι χημικοί κίνδυνοι αποτελούν κρίσιμη κατηγορία και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, υπολείμματα φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΦΠ) και αλκαλοειδή της πυρρολιζιδίνης (PAs). Τα PAs είναι φυσικές φυτικές τοξίνες με τεκμηριωμένη ηπατοτοξική, γενοτοξική και καρκινογόνο δράση· η παρουσία τους στη ρίγανη δεν σχετίζεται με τον μεταβολισμό του καλλιεργούμενου φυτού, αλλά προκύπτει κυρίως από επιμόλυνση της δρόγης μέσω ακούσιας συγκομιδής ζιζανίων, μετατρέποντας τη διαχείριση ζιζανίων σε ζήτημα ασφάλειας τροφίμων.
Το νομοθετικό πλαίσιο στην ΕΕ διαφοροποιείται ανάλογα με τον κίνδυνο. Τα υπολείμματα ΦΠ ρυθμίζονται μέσω Ανώτατων Ορίων Υπολειμμάτων (MRLs) ανά δραστική ουσία και τρόφιμο, με τη συμμόρφωση να υποστηρίζεται από επίσημους ελέγχους και συντονισμένα προγράμματα παρακολούθησης. Αντίθετα, τα PAs αντιμετωπίζονται ως επιμολυντές με ανώτατα επίπεδα, γεγονός που αναδεικνύει την προληπτική διαχείριση στην πρωτογενή παραγωγή ως καθοριστικό μέτρο. Ιστορικά δεδομένα από ευρωπαϊκούς ελέγχους ανέδειξαν υψηλές επιβαρύνσεις PAs στη ρίγανη, οδηγώντας σε ενίσχυση Ορθών Γεωργικών Πρακτικών με έμφαση στον έγκαιρο έλεγχο ζιζανίων πριν τη συγκομιδή.

Επιπλέον, παλαιότερες μελέτες έχουν δείξει ότι η ρίγανη μπορεί να φέρει υπολείμματα μίας ή περισσότερων δραστικών ουσιών στο ίδιο δείγμα, ενώ εμπορικά μείγματα ειδών Origanum ενδέχεται να εμφανίζουν μεγαλύτερο αριθμό δραστικών ουσιών. Η χημική αντιμετώπιση των ζιζανίων στη ρίγανη παραμένει περιορισμένη, καθώς πρόκειται για καλλιέργεια ήσσονος σημασίας, με αποτέλεσμα περιορισμένες εγκρίσεις και μικρή διαθεσιμότητα ζιζανιοκτόνων επαρκούς φάσματος. Συνεπώς, απαιτείται ολοκληρωμένη διαχείριση ζιζανίων με διπλό στόχο: τη μείωση της επιβάρυνσης της καλλιέργειας από τον ανταγωνισμό των ζιζανίων και την ελαχιστοποίηση του κινδύνου για τον καταναλωτή. Η αποτελεσματική στρατηγική βασίζεται σε συνδυασμό μη χημικών πρακτικών (καλλιεργητικών, μηχανικών και προληπτικών) με στοχευμένες, επικουρικές χημικές επεμβάσεις και στη συστηματική αξιοποίηση εργαστηριακών δεδομένων ως εργαλείου τεκμηρίωσης και βελτίωσης της γεωργικής πρακτικής, ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής ρίγανης στις διεθνείς αγορές.
Χ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ¹, Φ. ΜΥΛΩΝΑΣ² και Δ. ΧΑΧΑΛΗΣ³
¹Εργαστήριο Υπολειμμάτων Γ. Φαρμάκων, Επιστημονική Διεύθυνση Ελέγχου Γ. Φαρμάκων και
Φυτοφαρμακευτικής, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, 14561, Κηφισιά
²Εργαστήριο Ελέγχου Αποτελεσματικότητας Γ. Φαρμάκων, Επιστημονική Διεύθυνση Ελέγχου Γ.
Φαρμάκων και Φυτοφαρμακευτικής, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, 14561, Κηφισιά
³Εργαστήριο Ζιζανιολόγιας, Επιστημονική Διεύθυνση Ελέγχου Γ. Φαρμάκων και
Φυτοφαρμακευτικής, Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, 14561, Κηφισιά
c.anagnostopoulos@bpi.gr
Ακολουθήστε το Thessalikigi.gr στο
Facebook
, για να ενημερώνεστε άμεσα.
Ελάτε στο κανάλι μας στο
Viber
, για να ενημερώνεστε πρώτοι.
Δείτε τα τελευταία νέα μας στη
Google News
